Η Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς

Όπως το πολιτικό σύστημα χρειάζεται μια ριζική μεταρρύθμιση, βασισμένη στις αρχές του δημοκρατικού Κράτους Δικαίου, έτσι και το οικονομικό σύστημα χρειάζεται μια ανάλογη ριζική μεταρρύθμιση βασισμένη στις αρχές μιας παραγωγικής οικονομίας. Και στα δύο συστήματα απαιτείται διαφάνεια, περιορισμός εξουσίας και συμμετοχή πολιτών. Ένα οικονομικό σύστημα που έχει δημιουργήσει ευημερία, απασχόληση και κοινωνική συνοχή σε άλλα κράτη της Ευρώπης είναι το μοντέλο της «Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς». Οι επτά συνιστώσες αρχές του μοντέλου αυτού μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χάρτης-οδηγός για τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις της Ελληνικής οικονομίας:

 

I.    Λειτουργικό σύστημα τιμών

Κάθε σύγχρονη οικονομία βασίζεται στον καταμερισμό της εργασίας μεταξύ πολλών οικονομικών μονάδων (επιχειρήσεων και νοικοκυριών) που καθημερινά παίρνουν εκατομμύρια αποφάσεις για αποταμίευση, επένδυση, παραγωγή και κατανάλωση. Ο συντονισμός όλων αυτών των αποφάσεων πρέπει να γίνει είτε από το κράτος (στο σοσιαλιστικό σύστημα κεντρικού σχεδιασμού, το οποίο απέτυχε όπου εφαρμόσθηκε) ή από το σύστημα τιμών (με αποκέντρωση της λήψεως των αποφάσεων, από τις οικονομικές μονάδες μέσω της αγοράς). Ευέλικτες τιμές ενημερώνουν όλους τους παραγωγούς για αλλαγές στην διαθεσιμότητα πόρων και στις προτιμήσεις των καταναλωτών και οδηγούν τους σπάνιους οικονομικούς πόρους σε παραγωγικές χρήσεις. Αν υπάρχει ανταγωνισμός το σύστημα τιμών δημιουργεί δυνατά κίνητρα για την βελτίωση προϊόντων και υπηρεσιών, και περιορίζει την εξουσία των επιχειρήσεων αποτελεσματικότερα από κάθε κρατικό έλεγχο.

Η καθοδήγηση της οικονομικής δραστηριότητας από το σύστημα τιμών είναι ο βασικός λόγος για την υψηλότερη παραγωγικότητα της οικονομίας της αγοράς σε σχέση με τον κεντρικό σχεδιασμό. Γι’ αυτό η οικονομική πολιτική πρέπει να πραγματοποιεί τους κοινωνικούς, οικολογικούς ή άλλους στόχους της χωρίς να «χειρίζεται» τις τιμές.

Οι κρατικές παρεμβάσεις, όπως κατοχύρωση μονοπωλίων και άλλων περιορισμών του ανταγωνισμού, ανώτερες ή κατώτερες τιμές, ελάχιστες αμοιβές ή ελάχιστα ποσοστά κέρδους όχι μόνο δημιουργούν ευκαιρίες για πελατειακές συναλλαγές αλλά βλάπτουν και την λειτουργία της παραγωγικής οικονομίας. Συμβαίνει στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες με παρόμοιες πολιτικές και οικονομικές δομές.

 

II.    Σταθερό νόμισμα

Η νομισματική σταθερότητα είναι προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη. Ο πληθωρισμός βλάπτει την λειτουργία του συστήματος τιμών. Δημιουργεί πλασματικά κέρδη, προκαλεί μη παραγωγικές επενδύσεις, ευνοεί τους οφειλέτες και τους πλούσιους εις βάρος των αποταμιευτών και των φτωχών (που δεν έχουν ακίνητα, χρυσό και επενδύσεις στο εξωτερικό), και επιτρέπει την πλασματική και μη διατηρήσιμη ανάπτυξη που χαρακτήριζε την Ελληνική οικονομία των προηγουμένων δεκαετιών.

Το Ευρώ είναι το πρώτο σχετικά σκληρό νόμισμα που απέκτησε η Ελλάδα. Ακόμα και στην πιθανή περίπτωση που η φαυλότητα του σημερινού πολιτικού συστήματος μας οδηγήσει στην επίσημη στάση πληρωμών, δεν μας συμφέρει να εγκαταλείψουμε το Ευρώ. Η δραχμή θα είναι σύντομα η επιλογή όλων αυτών που πιστεύουν ακόμα ότι μπορούν να αποφύγουν τις αλλαγές που χρειάζονται στην πολιτεία και στην οικονομία.

 

III.    Ανοιχτές αγορές – Κατάργηση του κρατισμού

Χωρίς ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε αγορά, για όποιον πληροί τις προϋποθέσεις, δημιουργούνται ολιγοπωλιακές θέσεις εξουσίας και εξασθενούν τα κίνητρα για καινοτομία και βελτίωση προϊόντων και υπηρεσιών. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει άνοιγμα όλων των κλειστών αγορών και επαγγελμάτων χωρίς εξαιρέσεις, και κατάργηση όλων των περιττών γραφειοκρατικών διαδικασιών που εμποδίζουν την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.

Προϋπόθεση για την αποκεντρωμένη λήψη οικονομικών αποφάσεων είναι τα ιδιωτικά μέσα παραγωγής. Το κράτος δεν είναι επιχειρηματίας αλλά διαιτητής που διασφαλίζει την ισχύ των ίδιων κανόνων για όλους, προστατεύει και ενισχύει τον ανταγωνισμό και αποτρέπει τη δημιουργία μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων, τα οποία βλάπτουν άλλες επιχειρήσεις, καταναλωτές και εργαζομένους. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ιδιωτικοποίηση όσων κρατικών δραστηριοτήτων μπορεί να αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας, ιδιωτικοποίηση των Δ.Ε.Κ.Ο., σκληρή εποπτεία του ανταγωνισμού, επιβολή κανόνων διαφάνειας και «καλών πρακτικών».

 

IV.    Ιδιοκτησία

Η προστασία της ιδιοκτησίας δεν είναι απλώς μια συνταγματική επιταγή! Είναι βασική προϋπόθεση για την «ασφάλεια κεφαλαίου»· προϋπόθεση θεωρείται από όλους τους επενδυτές, έλληνες και ξένους. Η πρακτική του ελληνικού κράτους ήταν -και στις μέρες μας έχει ενταθεί- η φορολογική επιδρομή σε κάθε μορφής περιουσιακό στοιχείο (φορολογία ακινήτων, τεκμήρια, πολεοδομικές ρυθμίσεις, ασαφής φορολογία υπεραξίας κεφαλαίου κ.λπ.), ως εύκολος τρόπος άντλησης φορολογικών εσόδων. Οι κανόνες αλλάζουν διαρκώς, δεν υπάρχει ασφάλεια δικαίου αλλά ανασφάλεια κεφαλαίου. Από τον πόλεμο μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να γίνει ούτε ελκυστικός προορισμός για ξένα κεφάλαια, αλλά ούτε καν ασφαλής τόπος παραμονής του εγχωρίως παραγόμενου εισοδήματος. Το σύνολο των ρυθμίσεων που σχετίζονται με την ακίνητη περιουσία και τις κεφαλαιακές τοποθετήσεις πρέπει να διέπεται από μία και μόνη αρχή: φορολογείται μόνον το παραγόμενο εισόδημα και όχι η κατοχή περιουσιακών στοιχείων. Επίσης, η διακίνηση περιουσιασκών στοιχείων, κινητών ή ακινήτων, πρέπει να είναι εύκολη και χωρίς υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, ώστε να μην προκαλείται φοροδιαφυγή και να μην απαξιώνονται τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία. Αναλόγως πρέπει να τροποποιηθεί και η μη φορολογική νομοθεσία που σχετίζεται με την κατοχή περιουσιακών στοιχείων, π.χ. πολεοδομικοί νόμοι, εταιρική νομοθεσία κ.λπ.

 

V.    Ελευθερία συμβάσεων

Για να εφαρμόζουν τις οικονομικές αποφάσεις τους, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, πρέπει να είναι ελεύθερα να κλείσουν όποια εθελοντική συμφωνία θεωρείται επωφελής και από τις δύο πλευρές, χωρίς να επιβάλλει ο νόμος κάτι άλλο, εκτός αν η συμφωνία περιορίζει τον ανταγωνισμό ή βλάπτει με άλλο τρόπο τα δικαιώματα τρίτων. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει κατάργηση όλων των περιορισμών του ανταγωνισμού και μέγιστη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, ώστε να δημιουργούνται θέσεις εργασίας όσο πιο εύκολα γίνεται.

 

VI.    Προσωπική ευθύνη

Συνήθως, μόνον αυτός που ευθύνεται πλήρως για τις συνέπειες των πράξεών του θα πράξει υπεύθυνα. Θα αποφύγει τη σπατάλη, το υπερβολικό ρίσκο και την ζημία άλλων. Αυτή είναι μια βασική αρχή κάθε κοινωνίας ελεύθερων πολιτών. Η κατάργησή της από το πολιτικό σύστημα εμποδίζει τη λειτουργία όχι μόνο του κράτους αλλά και της οικονομίας, ενώ βλάπτει το φυσικό περιβάλλον.

Σε μια λειτουργική οικονομία της αγοράς, οι κυρώσεις των ζημιών και της χρεωκοπίας επιβάλλουν μια ευθύνη στους αποφασίζοντες που λείπει από το δημόσιο τομέα. Το κράτος δεν πρέπει να «διασώζει» εταιρείες, γιατί με αυτόν τον τρόπο καταργεί αυτή την ευθύνη. Η παράβαση της αρχής αυτής είναι μια βασική αιτία της χρηματοοικονομικής κρίσης, επειδή η ιδιωτικοποίηση των κερδών με ταυτόχρονη κοινωνικοποίηση των ζημιών οδήγησε τις τράπεζες στην ανάληψη υπερβολικών ρίσκων.

Οι ελληνικές τράπεζες απέκτησαν τεράστια κέρδη με μια υπερβολική και επιθετική επέκταση του δανεισμού προς το δημόσιο και τους ιδιώτες, αντί να χρηματοδοτήσουν κυρίως και πρωτίστως την παραγωγή. Αν χρησιμοποιηθούν χρήματα φορολογουμένων για τις τράπεζες, προτεραιότητα πρέπει να έχει η προστασία των καταθέσεων. Για τους μετόχους, τις διοικήσεις και για τους εργαζομένους πρέπει να ισχύει ό,τι ισχύει για κάθε άλλη επιχείρηση σε περίπτωση χρεωκοπίας. Μακροπρόθεσμα, οι τράπεζες πρέπει να υποχρεωθούν, μέσω πολύ αυξημένων αποθεματικών, να διαφυλάττουν τις καταθέσεις αντί να τις θέτουν σε κίνδυνο.  

 

VII.    Σταθερότητα οικονομικής πολιτικής

Αν το πολιτικό περιβάλλον δεν είναι σταθερό, επιχειρήσεις και νοικοκυριά δεν μπορούν να κάνουν μακροπρόθεσμα σχέδια με εμπιστοσύνη. Αν οι νόμοι για την φορολογία, το λογιστικό σύστημα και άλλες παρεμβάσεις του κράτους αλλάζουν συνέχεια τους κανόνες, δεν υπάρχει η σταθερότητα που είναι η πιο βασική προϋπόθεση για επενδύσεις. Αυθαίρετες παρεμβάσεις του κράτους καταστρέφουν την απαιτούμενη σταθερότητα και δημιουργούν ευκαιρίες για εξυπηρέτηση πελατειακών συμφερόντων. Για την Ελλάδα χρειάζεται οπωσδήποτε ένα σταθερό, απλό φορολογικό σύστημα με ανταγωνιστικούς συντελεστές.

Η ταυτόχρονη εφαρμογή αυτών των συνιστωσών αρχών εγγυάται την αποτελεσματική λειτουργία της οικονομίας. Σε αυτό το μοντέλο της Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς, ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός, αλλά διαφορετικός από τον σημερινό. Χαρακτηριστικό για το σημερινό ελληνικό κράτος είναι η αύξηση των δραστηριοτήτων με ταυτόχρονη μείωση της αξιοπιστίας του. Προσπαθεί να ελέγξει και να ρυθμίσει τα πάντα αλλά λύνει και εφαρμόζει ελάχιστα, για δύο λόγους. Πρώτον, οι εκπρόσωποι του κράτους έχουν δικά τους συμφέροντα, που δεν συμβαδίζουν αναγκαστικά με το γενικό συμφέρον. Δεύτερον, ακόμα κι αν έχουν την καλύτερη διάθεση, δεν έχουν όλες τις πληροφορίες που είναι διασπαρμένες στην κοινωνία και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα λήψεως αποφάσεων, με πρωτοβουλίες επιχειρηματιών ή συνειδητοποιημένων πολιτών.